Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Fabrizio de Andrè, La guerra di Piero, στα ελληνικά

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ ΠΙΕΡΟΥ-  Fabrizio de Andrè ( Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ)

Το συγκλονιστικό αυτό ποίημα και τραγούδι του μεγάλου Fabrizio de Andrè, γράφτηκε πριν περίπου σαράντα χρόνια. 
Είναι σίγουρο ότι  αν είχε γραφτεί σε μια γλώσσα που μιλούν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι και όχι στα ιταλικά που μιλιέται σχετικά από λίγους ανθρώπους, θα μπορούσε να είναι ένας παγκόσμιος ύμνος ενάντια στην απανθρωπιά του πολέμου.

Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στο πνεύμα αυτού του ποιήματος.
Ζητώ ειλικρινά συγνώμη από όποιον κρίνει ότι η μετάφραση δεν είναι η ορθότερη. Ποιος όμως μπορεί εύκολα να μεταφράσει αυτόν τον μεγάλο ποιητή ;
Τοποθετώ πρώτα το ελληνικό κείμενο και μετά το ιταλικό. 


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ ΠΙΕΡΟΥ

Κοιμάσαι μέσα στα χωράφια του σταριού
δεν είναι τα τριαντάφυλλα ή οι τουλίπες
που σε προστατεύουν από τη σκιά των λαγουμιών
αλλά είναι χίλιες  κόκκινες παπαρούνες.

« στις όχθες του χειμάρρου μου
θα ήθελα να κατεβαίνουν οι ασημόχρωμοι λούτσοι
και όχι τα πτώματα των στρατιωτών
αγκαλιασμένα από το ρεύμα του ποταμού »

Έτσι έλεγες  και ήταν χειμώνας
και όπως οι άλλοι προς την κόλαση πήγαινες
λυπημένος  όπως ήσουν υποχρεωμένος να κάνεις,
ο αέρας σου φτύνει το χιόνι στο πρόσωπο

Σταμάτα Πιέρο, σταμάτα τώρα
άσε να περάσει ο αέρας για λίγο από επάνω σου
κουβαλάς επάνω σου τις φωνές όλων που πέθαναν στις μάχες
όσων έδωσαν μια ζωή και σε αντάλλαγμα πήραν ένα σταυρό.
  
Μα εσύ δεν τον άκουσες και ο χρόνος περνούσε
με τον ρυθμό των εποχών χόρευες
και έφτασες να περάσεις  τα σύνορα
μια ωραία μέρα την άνοιξης

και ενώ προχωρούσες με την ψυχή στο στόμα
βλέπεις  έναν άνθρωπο στο βάθος της πεδιάδας
που είχε την ίδια σου ψυχική κατάσταση
αλλά φόραγε στολή με διαφορετικό χρώμα

Ρίξε του, Πιέρο, ρίξε του τώρα
και μετά την πρώτη βολή,ρίξε του ακόμα
ώσπου να τον δεις άψυχο
να πέφτει κάτω και να καλύπτεται  από το αίμα του
  
«και εάν του ρίξω στο μέτωπο ή στη καρδιά
θα έχει μόνο λίγο χρόνο για να πεθάνει
αλλά για μένα θα υπάρχει χρόνος για να δω
 να δω τα μάτια ενός ανθρώπου που πεθαίνει»

και ενώ εσύ διστάζεις και το σκέπτεσαι
εκείνος γυρίζει, σε βλέπει, φοβάται
και παίρνοντας στα χέρια το πολυβόλο
δεν σου ανταποδίδει τη χάρη.
  
Έπεσες κάτω στη γη σιωπηλά
και κατάλαβες σε ένα μόνο λεπτό,
ότι ο χρόνος σου δεν επαρκούσε
για να ζητήσεις συγχώρεση για κάθε  αμαρτία σου

Έπεσες κάτω στη γη σιωπηλά
και κατάλαβες σε ένα μόνο λεπτό,
ότι η ζωή σου θα τέλειωνε εκείνη την ημέρα
και ότι δεν θα υπήρχε ποτέ πια επιστροφή
  
« Νινέτα μου, για να πεθάνεις το μήνα Μάη
χρειάζεται  πολύ υπερβολικό κουράγιο
Νινέτα μου όμορφη, κατευθείαν στη κόλαση
θα προτιμούσα να πάω τον χειμώνα»
  
και ενώ τα στάχια καθόταν να σε ακούσουν
μέσα στα χέρια κρατούσες το τουφέκι
μέσα στο στόμα έσφιγγες  λόγια
πολύ παγωμένα για να λιώσουν στη ζέστη του ήλιου

Κοιμάσαι μέσα στα χωράφια του σταριού
δεν είναι τα τριαντάφυλλα ή οι τουλίπες
που σε προστατεύουν από τη σκιά των λαγουμιών
αλλά είναι χίλιες  κόκκινες παπαρούνες.


Μετάφραση ελεύθερη:  Vassilios/2013








La guerra di Piero

Dormi sepolto in un campo di grano
non è la rosa non è il tulipano
che ti fan veglia dall'ombra dei fossi,
ma sono mille papaveri rossi.

«Lungo le sponde del mio torrente
voglio che scendan i lucci argentati,
non più i cadaveri dei soldati
portati in braccio dalla corrente.»

Così dicevi ed era d'inverno
e come gli altri verso l'inferno
te ne vai triste come chi deve
il vento ti sputa in faccia la neve.

Fermati Piero, fermati adesso
lascia che il vento ti passi un po' addosso,
dei morti in battaglia ti porti la voce,
chi diede la vita ebbe in cambio una croce.

Ma tu non lo udisti e il tempo passava
con le stagioni a passo di giava
ed arrivasti a varcar la frontiera
in un bel giorno di primavera.

E mentre marciavi con l'anima in spalle
vedesti un uomo in fondo alla valle
che aveva il tuo stesso identico umore
ma la divisa di un altro colore.

Sparagli Piero, sparagli ora
e dopo un colpo sparagli ancora
fino a che tu non lo vedrai esangue,
cadere in terra a coprire il suo sangue.

«E se gli sparo in fronte o nel cuore
soltanto il tempo avrà per morire
ma il tempo a me resterà per vedere
vedere gli occhi di un uomo che muore.»

E mentre gli usi questa premura
quello si volta ti vede ha paura
ed imbracciata l'artiglieria
non ti ricambia la cortesia.

Cadesti a terra senza un lamento
e ti accorgesti in un solo momento
che il tempo non ti sarebbe bastato
a chieder perdono per ogni peccato.

Cadesti a terra senza un lamento
e ti accorgesti in un solo momento
che la tua vita finiva quel giorno
e non ci sarebbe stato ritorno.

«Ninetta mia, crepare di Maggio
ci vuole tanto troppo coraggio.
Ninetta bella, dritto all'inferno
avrei preferito andarci in inverno.»

E mentre il grano ti stava a sentire
dentro le mani stringevi il fucile,
dentro la bocca stringevi parole
troppo gelate per sciogliersi al sole.

Dormi sepolto in un campo di grano
non è la rosa non è il tulipano
che ti fan veglia dall'ombra dei fossi
ma sono mille papaveri rossi.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου